Θεραπεία ζεύγους

Η θεραπεία ζεύγους αποτελεί μέρος του ευρύτερου πεδίου της οικογενειακής θεραπείας. Ονομάζεται θεραπεία ζεύγους, καθώς αφορά όλους τους τύπους συντροφικών σχέσεων, όπως ζευγάρια παντρεμένα, ανύπαντρα, ομοφυλόφιλα ή ετεροφυλόφιλα, με παιδιά, χωρίς παιδιά, ζευγάρια που προετοιμάζονται να δεσμευτούν επίσημα, ζευγάρια που είναι σε διάσταση κλπ, τα οποία έχουν εμπλακεί ή προτίθενται να εμπλακούν σε μία μακροχρόνια δέσμευση. Οι συνεδρίες γίνονται  παρουσία και των δύο μελών.

Τα τελευταία χρόνια στα γραφεία των θεραπευτών όλο και πιο συχνά καταφτάνουν ζευγάρια που νοιάζονται να βελτιώσουν το γάμο τους ή τη σχέση τους ή πασχίζουν να βρουν πιο λειτουργικές λύσεις στις δυσκολίες που προκύπτουν μέσα σε μία συντροφική συμβίωση. Πλέον, όλο και περισσότερες σύγχρονες έρευνες μιλούν για τη σημασία της ποιότητας της σχέσης του ζευγαριού στη σωματική και ψυχική υγεία των μελών της. Ίσως αυτό να αιτιολογεί και το ότι τα σύγχρονα ζευγάρια δε διαπραγματεύονται την ατομική ευεξία στο βωμό της συντροφικής σχέσης και διεκδικούν καλύτερες ποιότητες για τον εαυτό τους και τελικά για τη σχέση.

Οι λόγοι που θα οδηγήσουν ένα ζευγάρι σε θεραπεία είναι πολλοί.  Κάποιοι από τους πιο συχνούς αναγράφονται παρακάτω:

  • έντονη συγκρουσιακή σχέση
  • έλλειψη εγγύτητας μεταξύ των συντρόφων
  • απουσία ερωτικού ενδιαφέροντος
  • απουσία ικανοποίησης από τη σχέση
  • έλλειψη επικοινωνίας
  • σεξουαλικές δυσλειτουργίες
  • ψυχοπαθολογία στον ένα σύντροφο
  • ζήλια
  • ζητήματα ελέγχου και ισοτιμίας
  • σύγκρουση ρόλων
  • διαχείριση απιστίας
  • εμπλοκή τρίτων, συνήθως των οικογενειών καταγωγής
  • διευθέτηση ζητημάτων που αφορούν στα παιδιά
  • συντροφική βία

Συχνά, οι σύντροφοι που δεν αντλούν ικανοποίηση από τη σχέση τους, όταν κάτι δεν πάει καλά επικεντρώνονται σε αυτά που λέει ή κάνει ο σύντροφός τους και δεν τους αρέσουν. Σπάνια εστιάζουν την προσοχή τους στο τι κάνουν και τι μπορούν να κάνουν οι ίδιοι από τη δική τους πλευρά για να βελτιωθεί η σχέση.

Μία βασική αρχή στο κομμάτι της θεραπείας ζεύγους λοιπόν είναι η «αρχή της συνεργασίας». Προϋπόθεση η συναίνεση και των δύο μελών. Το κάθε μέλος του ζευγαριού δεσμεύεται να ενδιαφερθεί κυρίως για την αλλαγή της δικής του συμπεριφοράς κι όχι να περιμένει να αλλάξει πρώτα ο σύντροφός του.

Είναι βασικό, µε άλλα λόγια, ο καθένας να αναλάβει την προσωπική του ευθύνη τόσο απέναντι στον άλλον όσο και απέναντι στη σχέση.  Ο θεραπευτής συζητά άμεσα το θέμα αυτό µε το ζευγάρι, ρωτά τους συντρόφους κατά πόσο συμφωνούν και τους ζητά να υιοθετήσουν αυτή τη νέα αντίληψη για την αλλαγή της σχέσης τους. Ο θεραπευτής επαναλαμβάνει  τις αναφορές του στην «αρχή της συνεργασίας» σαν υπενθύμιση στους δύο συντρόφους και αργότερα κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Οι σύντροφοι καλούνται να διαπραγματευτούν ορισμένα κεντρικά ζητήματα, που προκύπτουν αναπόφευκτα στο πλαίσιο μίας σχέσης, όπως:

  • Τη δέσμευση η οποία αφορά στο με ποιο τρόπο και σε ποιο βαθμό οι σύντροφοι εκτιμούν τη σχέση τους, καθώς και στις προθέσεις τους σχετικά με τη διατήρησή της, τόσο βραχυπρόθεσμα, όσο και μακροπρόθεσμα.
  • Η έγνοια η οποία αναφέρεται στο είδος του συναισθηματικού δεσμού που συνδέει τους συντρόφους μεταξύ τους.
  • Την επικοινωνία η οποία αφορά στην ικανότητα των συντρόφων να επικοινωνούν λεκτικά και μη λεκτικά, καθώς και να μοιράζονται κοινά νοήματα.
  • Την επίλυση της σύγκρουσης, η οποία αφορά στην ικανότητα των συντρόφων να αναγνωρίζουν και να αντιμετωπίζουν τις διαφωνίες που αναπόφευκτα προκύπτουν σε κάθε στενή διαπροσωπική σχέση.
  • Τη δημιουργία και διατήρηση σχέσεων με άλλα άτομα, εκτός σχέσης, όπως φίλοι, συνάδελφοι, συγγενείς κλπ. Οι σύντροφοι χρειάζεται να δημιουργήσουν μία αποκλειστική σχέση μεταξύ τους, μία σχέση ζωής, η οποία είναι οριοθετημένη προς το έξω περιβάλλον και ταυτόχρονα επιτρέπει την αλληλεπίδραση με άλλα άτομα, όπως φίλοι και συγγενείς.
  • Την ισορροπία που χρειάζεται να επιτύχει ο κάθε σύντροφος χωριστά ανάμεσα στην ατομικότητα και τη συντροφικότητα.

 

Η θεραπεία ζεύγους δίνει τα εργαλεία στο ζευγάρι για να επικοινωνήσει καλύτερα, να διαπραγματευτεί τις διαφορές του ή, ακόμα και να συγκρούεται με έναν πιο λειτουργικό τρόπο. Σημαντικό είναι να τεθούν προσωπικοί και κοινοί στόχοι και να συνεννοηθεί το ζευγάρι για τις αξίες του και για το ρόλο του καθένα στη σχέση. Η θεραπεία ζεύγους απευθύνεται σε αυτούς που αποφασίζουν από κοινού ν’ αναλάβουν την ευθύνη να εμβαθύνουν και να διερευνήσουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στη σχέση τους. Να σημειωθεί ότι δεν υποστηρίζεται από τον ψυχολόγο η συνέχιση ή η διάλυση του γάμου ή της σχέσης, αλλά το ζευγάρι ακολουθεί τις αποφάσεις που το ίδιο παίρνει και διευκολύνεται στο να τις ακολουθήσει. Μια θεραπευτική παρέμβαση μπορεί να βάλει τις βάσεις για μια λειτουργική συντροφική σχέση ή και για την κοινή συνειδητοποίηση ότι θα ήταν καλύτερο τα δύο άτομα ν’ ακολουθήσουν χωριστούς δρόμους.

Ο Neuburger (1988) δίνει τον ορισμό του ζεύγους ως εξής: «Ζευγάρι είναι η ιστορία μιας συνάντησης που διαρκεί, με άλλα λόγια η ιστορία δύο ανθρώπων που για τους δικούς τους λόγους δε χωρίζουν». Εν κατακλείδι, η επίσκεψη ενός ζευγαριού σ’ έναν ψυχολόγο μπορεί να είναι ένα βήμα για μια κοινή ζωή με νόημα και ουσία που δίνει στους συντρόφους την ευκαιρία να κατασκευάσουν τη δική τους, μοναδική ιστορία.

Κονιδάκη Ελπίδα – Ψυχολόγος

Internus – Κέντρο Συμβ/κής & Ψυχ/πείας