Το σύνδρομο της επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας (AIDS) αποτελεί το τελικό στάδιο του ιού της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), ενός ιού που προσβάλλει το ανοσοποιητικό σύστημα και μειώνει την ικανότητα του οργανισμού να αντιμετωπίζει λοιμώξεις, ιούς, κακοήθειες κ.α. Ο HIV μεταδίδεται μέσω της απροστάτευτης σεξουαλικής επαφής, του αίματος (π.χ. κοινή χρήση συρίγγων ή μεταγγίσεις χωρίς έλεγχο), καθώς και από τη μητέρα στο παιδί κατά την εγκυμοσύνη, τον τοκετό ή τον θηλασμό, όταν δεν έχει χορηγηθεί προηγουμένως η κατάλληλη θεραπεία. Όταν το AIDS εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίας του 1980, εξελίχθηκε γρήγορα σε παγκόσμια απειλή, παίρνοντας διαστάσεις πανδημίας, κυρίως επειδή ο τρόπος δράσης του ιού ήταν τότε άγνωστος. Οι πρώτες διαγνώσεις πραγματοποιήθηκαν σε ομοφυλόφιλους άνδρες, με αποτέλεσμα ο HIV να χαρακτηριστεί αρχικά ως «σχετιζόμενη με την ομοφυλοφιλία ανοσοανεπάρκεια» (GRID), ενισχύοντας αισθητά το κοινωνικό στίγμα και τον αποκλεισμό αυτής της ομάδας. Μόνο όταν καταγράφηκαν περιστατικά που δεν συνδέονταν με τη σεξουαλική επαφή μεταξύ ομοφυλόφιλων ανδρών, η επιστημονική κοινότητα και η κοινωνία άρχισαν να αναγνωρίζουν το εύρος και τη σοβαρότητα της νέας αυτής νόσου.
Σαράντα και πλέον χρόνια αργότερα, η ιατρική πρόοδος έχει αλλάξει ριζικά την πορεία της λοίμωξης. Ενώ παλαιότερα η μόλυνση από HIV οδηγούσε σχεδόν αναπόφευκτα σε σοβαρή ανοσοκαταστολή και θάνατο, σήμερα, χάρη στην πρώιμη διάγνωση και τα αντιρετροϊκά φάρμακα, η διάγνωση με HIV δεν ισοδυναμεί με «καταδίκη». Η εξέλιξη του ιού σε AIDS μπορεί να αποτραπεί, ενώ με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή το ιικό φορτίο μειώνεται σε σημείο που επιτρέπει στους οροθετικούς να έχουν φυσιολογικό προσδόκιμο ζωής και να μην κινδυνεύουν να μεταδώσουν τον ιό. Παρά την εντυπωσιακή αυτή πρόοδο, ο HIV και το AIDS εξακολουθούν να υφίστανται και να συνοδεύονται από σημαντικές ψυχολογικές συνέπειες, τόσο λόγω της ιστορικής τους φόρτισης όσο και λόγω του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζονται από την κοινωνία.
Η επίδραση της διάγνωσης στην ψυχική υγεία των ατόμων
Οι έντονες καμπάνιες ενημέρωσης του παρελθόντος και η υψηλή θνησιμότητα των αρχικών δεκαετιών δημιούργησαν έναν συλλογικό φόβο γύρω από τον HIV, ο οποίος εξακολουθεί να επηρεάζει την κοινή γνώμη. Για τον λόγο αυτό, στο άκουσμα μιας αντίστοιχης διάγνωσης, πολλοί άνθρωποι βιώνουν έντονο σοκ και άμεσο φόβο θανάτου, ακόμη και αν η πρόγνωση πλέον είναι άκρως ευνοϊκότερη συγκριτικά με μερικές δεκαετίες πριν. Αφού καταλαγιάσει η αρχική αναστάτωση, συχνά ακολουθούν ανησυχίες σχετικά με το μέλλον, την υγεία, τις σχέσεις (παρούσες και μελλοντικές) και την αίσθηση προσωπικής ταυτότητας, η οποία πλέον αποκτά τη διάσταση «οροθετικός/ή». Η απώλεια της αίσθησης κανονικότητας μπορεί να οδηγήσει σε καταθλιπτικά συμπτώματα όπως έντονη και εμμένουσα θλίψη, απελπισία, έλλειψη ενδιαφέροντος για δραστηριότητες, κόπωση, διαταραχές ύπνου και προβλήματα συγκέντρωσης. Παράλληλα, είναι σύνηθες να εμφανίζεται γενικευμένο άγχος αλλά και άγχος υγείας, συνοδευόμενο από υπέρμετρη ανησυχία για τα σωματικά συμπτώματα και την πορεία του ιού. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, εμφανίζονται ακόμα και κρίσεις άγχους/πανικού. Αυτές οι συναισθηματικές δυσκολίες τείνουν να επηρεάζουν τη συμμόρφωση στη φαρμακευτική αγωγή, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο: όσο μειώνεται η εφαρμογή της θεραπείας, τόσο αυξάνονται η ανασφάλεια και η ψυχική πίεση.
Η συμβολή της ψυχοθεραπείας στη διαχείριση της νόσου
Σε αυτό το πλαίσιο, η ψυχοθεραπεία κρίνεται ως υψίστης σημασίας προσθήκη στο ευρύτερο θεραπευτικό πλάνο ατόμων με HIV/AIDS. Η συμβολή της είναι καθοριστική για την έκφραση και την υγιή επεξεργασία του σοκ της διάγνωσης, την έκφραση του φόβου, της αβεβαιότητας, της θλίψης, του θυμού ή της ντροπής που συχνά συνοδεύουν την οροθετικότητα. Παράλληλα, μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στην ανάπτυξη στρατηγικών διαχείρισης του άγχους και της αβεβαιότητας. Επιπλέον, προσφέρει ένα ασφαλές και απαλλαγμένο από την κριτική πλαίσιο, όπου τα άτομα μπορούν να επεξεργαστούν το κοινωνικό στίγμα και τις συναισθηματικές συνέπειες που έχει αυτό πάνω τους, εξετάζοντας ταυτόχρονα και τη δική τους εσωτερικευμένη προκατάληψη.
Μέσα από τη διεργασία της ψυχοθεραπείας, δίνεται η δυνατότητα να εδραιωθεί η αίσθηση ότι η διάγνωση δεν καθορίζει την αξία ή τις δυνατότητες των ατόμων. Επιπλέον, ενισχύονται οι δεξιότητες διαχείρισης της καθημερινότητας και της θεραπείας και βελτιώνεται η επικοινωνία με το δίκτυο υποστήριξης. Ταυτόχρονα, αποκτώνται τεχνικές αποτελεσματικής διαχείρισης των δυσκολιών που προκύπτουν στις ευρύτερες διαπροσωπικές σχέσεις και στις ερωτικές συγκεκριμένα, καθώς η αποκάλυψη της οροθετικότητας σε έναν/μια νέο/α ερωτικό/ή σύντροφο είναι μια ευαίσθητη υπόθεση. Τέλος, η ψυχοθεραπεία συμβάλλει στην τήρηση καλών συνηθειών αυτοφροντίδας και στη δημιουργία μιας πιο σταθερής και αισιόδοξης προοπτικής για το μέλλον. Με την ενίσχυση της ψυχικής ανθεκτικότητας, της αυτογνωσίας και της αίσθησης ελέγχου, βοηθά τους οροθετικούς να ζουν με μεγαλύτερη ασφάλεια, ηρεμία και αυτοπεποίθηση, αξιοποιώντας πλήρως τις δυνατότητες της σύγχρονης ιατρικής. Η ψυχολογική υποστήριξη δεν αποτελεί απλώς συμπληρωματική παρέμβαση, αλλά έναν βασικό πυλώνα που ενισχύει αισθητά την ποιότητα ζωής των ανθρώπων που ζουν με HIV/AIDS.
Βίκυ Βλοντάκη – Ψυχολόγος Παιδιών & Εφήβων
Κέντρο Συμβουλευτικής & Ψυχοθεραπείας Internus