Η λέξη γυναικοκτονία, αν και δεν αποτελεί αυτοτελή νομικό όρο ή διακριτό αδίκημα στον ελληνικό Ποινικό Κώδικα, έχει αρχίσει τα τελευταία χρόνια να αντικαθιστά τις αναφορές που έκαναν λόγο για «εγκλήματα πάθους», «εγκλήματα τιμής» ή «ερωτικές τραγωδίες». Ο ακριβής ορισμός σύμφωνα με τη Diana Russell, (1976) συγγραφέα και φεμινίστρια, αναφέρει ότι «Γυναικοκτονία ορίζεται ως η δολοφονία των γυναικών από άντρες επειδή είναι γυναίκες». Ως χαρακτηριστικά του όρου αναφέρονται το έμφυλο κίνητρο, το οποίο τη διαχωρίζει από την ανθρωποκτονία αλλά και η σχέση εξουσίας που αναπτύσσεται. Η βία πηγάζει από ένα αίσθημα ιδιοκτησίας, κυριαρχίας και ανωτερότητας των ανδρών απέναντι στις γυναίκες. Η Russell υποστήριξε τον όρο αυτό για να διαχωριστεί από το γενικό όρο «ανθρωποκτονία» ώστε να αναδείξει την έμφυλη βία ως πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα.
Στην Ελλάδα, από το 2010 έως το 2024 έχουν σημειωθεί 179 γυναικοκτονίες, εκ των οποίων πάνω από 80 πραγματοποιήθηκαν τα έτη 2020-2024, δείχνοντας μία σημαντική έξαρση του φαινομένου. Το έτος 2025 έκλεισε με 19 γυναικοκτονίες, 3 περισσότερες από την προηγούμενη χρονιά. Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιστατικών, το έγκλημα διαπράττεται από νυν/ πρώην συντρόφους ή άτομα του οικογενειακού περιβάλλοντος. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι μέχρι πρόσφατα, οι γυναικοκτονίες δεν καταγράφονταν χωριστά, γεγονός που καθιστά αναγκαία την περαιτέρω έρευνα για τα στατιστικά δεδομένα.
Υπόβραθρο σχέσης
Σε πολλές περιπτώσεις, ο δράστης που κακοποιεί, θα εμφανιστεί ως άνθρωπος υπεράνω υποψίας. Είναι ελκυστικός, πιθανόν με ναρκισσιστικές και χειριστικές συμπεριφορές όμως, οι οποίες θέτουν προοδευτικά τα θεμέλια για μία σχέση εξάρτησης. Αρχικά θα εξιδανικεύσει τη γυναίκα και θα έχει έντονες συμπεριφορές θαυμασμού κάνοντάς την να νιώθει το επίκεντρο. Σταδιακά ξεκινούν προσβολές, υποτιμητικές συμπεριφορές και η καλλιέργεια της αίσθησης ότι η γυναίκα δεν έχει κανέναν ανάγκη πέρα από το σύντροφο. Έτσι λοιπόν, απομονώνεται από το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον και μπαίνει σε μία κατάσταση όπου βιώνει συνεχή παραβατικότητα, η οποία μπορεί να κλιμακωθεί και φτάσει στην ακραία της μορφή, τη γυναικοτονία. Στο σημείο αυτό φαίνεται και ο λόγος που μία γυναίκα «δε φεύγει», όπως συχνά αλλά λανθασμένα αναρωτιούνται πολύ. Η γυναίκα δε φεύγει γιατί δεν μπορεί στη δεδομένη περίοδο είτε λόγω οικονομικής εξάρτησης, είτε λόγω φόβου για τις συνέπειες είτε λόγω της διαστρεβλωμένης αντίληψης ότι έτσι είναι η αγάπη και ο έρωτας. Εισέρχεται σε μία κατάσταση «μαθημένης αβοηθησίας» όπως ονομάζεται, όπου συνηθίζει μέσα στη συνθήκη και πιστεύει ότι είναι ανήμπορη να κάνει κάτι. Να σημειωθούν επίσης τα συναισθήματα ντροπής και ενοχής που βιώνει, τα οποία την αποτρέπουν από το να μιλήσει και τελικά να απομακρυνθεί από την κακοποιητική κατάσταση.
Δεν είναι τυχαίο μάλιστα που στις περισσότερες περιπτώσεις, η γυναίκα σκοτώθηκε, αφού απομακρύνθηκε από τον άνδρα ή είχε αποφασίσει να το κάνει. Ο πατριαρχικός τρόπος ανατροφής (με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις πεποιθήσεις γύρω από τις γυναίκες και τις συντροφικές σχέσεις) σε συνδυασμό με πιθανά ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά καθιστούν την απόρριψη ένα κόκκινο πανί για το δράστη, που «αδυνατεί» να τη δεχτεί. Αυτά τα άτομα κατά κύριο λόγο δε γνωρίζουν άλλο τρόπο εξομάλυνσης καταστάσεων πέρα από τη βία. Αν το οικοδόμημα που έχουν στο μυαλό τους, αυτό του ισχυρού άντρα, νιώσουν ότι καταρρέει, προσπαθούν με αυτόν τον κακοποιητικό και παραβατικό τρόπο να ανακτήσουν τον έλεγχο στη σχέση. Στο σημείο αυτό είναι πολύ σημαντικό να αναφερθεί ότι διαφαίνεται διαρκώς η αδυναμία πολλών ανδρών να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους, γεγονός που οφείλεται επίσης στο πατριαρχικό κατάλοιπο ότι οι άνδρες δεν πρέπει να βιώνουν και να εκφράζουν συναισθήματα γιατί τους καθιστά αδύναμους. Είναι ολοένα και πιο φανερή η ανάγκη για ενημέρωση των ανθρώπων γύρω από τα θέματα ψυχικής υγείας όπως η λειτουργική διαχείριση συναισθημάτων αλλά και η σημασία των ορίων. Τα όρια δεν είναι μόνο σημαντικά για να τα βάζουμε στους άλλους αλλά και για να τα δεχόμαστε όταν μας τίθενται.
Θεσμικό πλαίσιο
Πέρα από το ίδιο το άτομο που κακοποιείται και το κοινωνικό περιβάλλον, είναι πολύ σημαντική η συμβολή του θεσμικού πλαισίου για την αντιμετώπιση του φαινομένου βίας σε όλες τις εκφάνσεις τις. Είναι πολύ οι παράγοντες που δυστυχώς είτε δεν επαρκούν είτε ακόμα και ενισχύουν έμμεσα το φαινόμενο. ‘Οπως αναφέρθηκε νωρίτερα, υπάρχει έλλειψη νομικού πλαισίου για τον όρο «γυναικοκτονία». Η ανάγκη θεσμοθέτησης, υποστηρίζεται, ότι θα λειτουργήσει αφοριστικά στη δικαιολογία ότι κάποιος ήταν εν βρασμώ ψυχής και θα ενδυναμώσει τη σημασία της έμφυλης φύσης της πράξης. Ακόμα είναι πολλές οι φορές, όπου έγιναν καταγγελίες γύρω από θέματα βίας ή φόβου για τα χειρότερα, τα οποία εντέλει ήρθαν λόγω λανθασμένης πιθανόν αξιολόγησης της σοβαρότητας της κατάστασης ή μη έγκαιρης παρέμβασης. Μπορούμε να αντιληφθούμε λοιπόν, πόσο διαφορετικά μπορεί να ήταν τα πράγματα αν οι γυναίκες αυτές και ο περίγυρός τους ένιωθαν ασφάλεια και σιγουριά ότι μπορούν να προστατευτούν και από θεσμικής πλευράς.
Τέλος, αντιλαμβανόμαστε ότι το φαινόμενο της έμφυλης βίας και οι γυναικοκτονίες ως ακραία μορφή της, είναι πολυπαραγοντικό. Αφορά τόσο εσωτερικά μοτίβα των ανθρώπων που εμπλέκονται αλλά και την έλλειψη θεσμικού πλαισίου. Είναι αναγκαία λοιπόν τόσο η ενημέρωση γύρω από το πόσο επιβαρυντικά μπορούν να γίνουν τα πατριαρχικά πρότυπα ανατροφής και ο τρόπος διαχείρισής τους όσο και η αναγνώρισή τους η προστασία από αυτά. Η συμβολή και η στήριξη του κράτους κάθε χώρας μπορεί να είναι καθοριστική για την αντιμετώπιση του φαινομένου.
Λαγκουβάρδου Δέσποινα, Ψυχολόγος
Κέντρο συμβουλευτικής & ψυχοθεραπείας – Internus