Μεγάλο μέρος της κλινικής εμπειρίας και πρακτικής με ζευγάρια και οικογένειες αποδεικνύει πως αυτή η μετάβαση συχνά σχετίζεται με ποικίλες μορφές παθολογίας, τόσο για τους γονείς όσο και για τα παιδιά. Η περίοδος αυτή, γνωστή και ως «Σύνδρομο της Άδειας Φωλιάς», πυροδοτεί την αμφιθυμία τόσο των γονιών όσο και των παιδιών. Ανάμεικτα συναισθήματα βιώνουν οι γονείς από την πλευρά τους καθώς νιώθουν την ανάγκη να προσπαθούν να ενθαρρύνουν την ανεξαρτησία των παιδιών και τον αποχωρισμό, ενώ από την άλλη νιώθουν αβέβαιοι για το αν το νεαρό άτομο είναι έτοιμο και ικανό να ζήσει μόνο του οπότε και γίνονται προστατευτικοί. Με παρόμοιο τρόπο, εκδηλώνεται η αμφιθυμία και στα παιδιά, καθώς ίσως να μην αισθάνονται σίγουροι για την ικανότητα να αντιμετωπίσουν καινούριες καταστάσεις χωρίς την ασφάλεια των γονιών, την ίδια στιγμή που νιώθουν καταπιεσμένοι και προσπαθούν να απεγκλωβιστούν από την προστατευτικότητα των γονιών.
Ορισμένοι γονείς βιώνουν μία αίσθηση σύγχυσης και απώλειας του γονικού τους ρόλου εφόσον αισθάνονται ένα κενό στη ζωή τους μετά τον αποχωρισμό των παιδιών. Άλλοι πάλι βιώνουν πιο θετικές εμπειρίες, περιγράφοντας την κατάσταση ως ευκαιρία να μην υπάρχει πια ευθύνη για τα παιδιά κι έτσι να έχουν περισσότερη ησυχία και ελευθερία να επικεντρωθούν στον εαυτό τους. Τότε και διαπιστώνουν πως οι διακοπές χωρίς παιδιά μπορεί να είναι θαυμάσιες! Τα αρνητικά συναισθήματα φαίνεται να σχετίζονται με γάμους που προσέφεραν λίγη ικανοποίηση στους συντρόφους ή σε οικογένειες παιδοκεντρικές, όπου δηλ. οι σύζυγοι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους μέσα από το χρέος τους να φροντίσουν και να μεγαλώσουν τα παιδιά. Από την άλλη, τα θετικά συναισθήματα φαίνεται να συνδέονται με την πεποίθηση των γονιών ότι έχουν οπλίσει τα παιδιά τους με όλα τα εφόδια για να αντεπεξέλθουν στον κόσμο των ενηλίκων και τα έχουν προετοιμάσει κατάλληλα.
Η πιο κοινή εμπειρία για τα παιδιά σύμφωνα με αφηγήσεις των ίδιων είναι ότι μετά την αποχώρηση από την οικογενειακή εστία, τους δίνεται η ευκαιρία να δουν τους γονείς με πιο συναισθηματικό τρόπο, κι αυτό δίνει μία αίσθηση προστασίας η οποία επιτρέπει στο νεαρό άτομο να αγωνιστεί για να αυξήσει την ανεξαρτησία, την κυριαρχία και την υπευθυνότητά του.
Αν σε ένα σημείο αξίζει να στρέψουμε την προσοχή μας είναι στις περιπτώσεις εκείνες όπου το παιδί που ετοιμάζεται να αποχωρήσει από το σπίτι (για σπουδές, γάμο κλπ) ανησυχεί σε τέτοιο βαθμό για τα συναισθήματα και τα προβλήματα των γονιών του ώστε να επιβαρύνεται με αισθήματα ενοχής. Τότε ενδέχεται να εγκλωβίζεται μεταξύ της ανάγκης του για αυτονομία και της αίσθησης ότι οφείλει να μην εγκαταλείψει την οικογενειακή «φωλιά» με αποτέλεσμα να θυσιάζει τη δική του ζωή.
Το αισιόδοξο της υπόθεσης είναι ότι η μετάβαση αυτή, όπως και κάθε άλλη στον κύκλο ζωής της οικογένειας είναι στα πλαίσια της φυσιολογικής πορείας της ζωής. Αξιωματικά δεχόμαστε πως κάθε οικογένεια διαθέτει το δυναμικό και τα αποθέματα να διατηρήσει την ισορροπία και τη συνοχή μεταξύ των μελών της. Οι προσαρμοστικοί μηχανισμοί που εκ φύσεως διαθέτει το σύστημα της οικογένειας οδηγούν στην εξέλιξη τελικά, όλων των εμπλεκόμενων μελών. Η μετάβαση αυτή θα οδηγήσει την οικογένεια σε κάτι καινούριο και πιθανόν, σε κάτι πολύ χρήσιμο για όλα τα μέλη τη δεδομένη χρονική στιγμή.
InterNus – Κέντρο Συμβ/κής & Ψυχ/πείας