Οι περισσότερες/οι από εμάς ακολουθούμε μια πολύ γνώριμη ρουτίνα το πρωί: ξυπνάμε και το πρώτο πράγμα που κάνουμε είναι να ανοίξουμε το κινητό μας για να ενημερωθούμε για το τι συνέβη στον κόσμο ενώ κοιμόμασταν. «Νεκρή 19χρονη στο Αργοστόλι», «Ηράκλειο: Εντοπίστηκε νεκρή η 43χρονη», «Ηράκλειο: έβαλε τέλος στη ζωή της 30χρονη νοσηλεύτρια». Αυτά είναι μόνο μερικά από τα δυσάρεστα και αποτρόπαια γεγονότα τα οποία απασχολούν την κοινή γνώμη και τα ειδησεογραφικά πρακτορεία το τελευταίο διάστημα. Δεν πρόκειται απλά για ειδήσεις, αλλά για ωμές περιγραφές ορισμένων από τις χειρότερες και πιο τραγικές πτυχές του ανθρώπινου βιώματος. Η ημέρα αμαυρώνεται πριν καν προλάβει να ξεκινήσει: η γνωστοποίηση αυτών των γεγονότων αφήνει το αποτύπωμά της στον ψυχισμό μας με έναν ύπουλο τρόπο, επηρεάζοντας συνειδητά και ασυνείδητα την αντίληψή μας για τον κόσμο.
Σε συνειδητό επίπεδο, το στρες που προκύπτει από το άκουσμα μιας τέτοιας είδησης μάς προσανατολίζει στη συνθήκη του «εδώ και τώρα». Βιώνουμε φόβο, ανησυχία, ανασφάλεια, λύπη. Οι σκέψεις μας αυτόματα ανατρέχουν στα θύματα και τις οικογένειές τους. Ταυτιζόμαστε μαζί τους. Αναρωτιόμαστε «Είμαι ασφαλής; Θα μπορούσε να έχει συμβεί σε εμένα ή σε κάποια/ον που αγαπώ αυτό;» Καθώς η βαρύτητα και ο αντίκτυπος του γεγονότος καταλαγιάζουν μέσα μας, τα ερωτήματα που μας απασχολούν παίρνουν μεγαλύτερες διαστάσεις και εκφράζονται ως μια γενικευμένη αίσθηση ανασφάλειας: «Ο κόσμος δεν είναι πλέον ασφαλής.» Αυτές ο σκέψεις και τα συναισθήματα που τις συνοδεύουν είναι απολύτως φυσιολογικές. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι βιολογικά προγραμματισμένος να ελέγχει συνεχώς το εξωτερικό περιβάλλον για πιθανούς κινδύνους, να τους αξιολογεί και να προάγει την κατάλληλη αντίδραση (πάλη ή φυγή).
Η γενικευμένη αίσθηση ανασφάλειας, που αναφέρθηκε προηγουμένως, συνιστά την ασυνείδητη όψη της επίδρασης που ασκούν πάνω μας τα δυσάρεστα γεγονότα. Εκτός από τον συνεχή έλεγχο για κινδύνους, ο εγκέφαλός μας είναι επίσης πολύ αποτελεσματικός στην αναγνώριση μοτίβων. Η συχνότητα με την οποία βλέπουμε ή ακούμε κάτι επηρεάζει την αντίληψή μας για το πόσο συχνά όντως συμβαίνει. Η πλέον καθημερινή έκθεση σε τραυματικές ειδήσεις ενισχύει την αντίληψη ότι ο κόσμος πρέπει να βιώνεται ως απειλητικός και εμείς να είμαστε συνεχώς σε επιφυλακή. Το αυξημένο άγχος, η υπερεπαγρύπνηση, η αποφυγή καταστάσεων, η υπέρμετρη ανησυχία για τη δική μας σωματική ακεραιότητα και των άλλων είναι φυσιολογικές και αρμόζουσες αντιδράσεις όταν ερχόμαστε σε επαφή με ένα ερέθισμα που αποδομεί ακόμα περισσότερο την ήδη κλονισμένη αίσθηση ασφάλειάς μας. Αυτές οι αντιδράσεις άλλωστε, εξυπηρετούν έναν εξελικτικά σημαντικό σκοπό: την επιβίωση.
Το ερώτημα που προκύπτει δεν είναι το πώς θα σταματήσουμε να επηρεαζόμαστε, γιατί κάτι τέτοιο εκτός από αφύσικο είναι και αδύνατον, αλλά το πώς μπορούμε να θωρακιστούμε κατάλληλα για να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας. Μερικές πρακτικές που ίσως βοηθήσουν στη διαχείριση των αρνητικών σκέψεων και συναισθημάτων είναι οι εξής:
• Περιορισμός της έκθεσης. Η συνεχής πληροφόρηση για κάθε νέα πτυχή ενός τραυματικού γεγονότος που έρχεται στη δημοσιότητα ενισχύει το άγχος χωρίς να προσφέρει ουσιαστική πληροφόρηση. Ο καθορισμός συγκεκριμένου χρόνου για ενημέρωση μπορεί να μας βοηθήσει να διατηρήσουμε την ισορροπία. Σημαντικό είναι επίσης να θυμόμαστε ότι η καθημερινότητα περιλαμβάνει και πράξεις καλοσύνης, αλληλεγγύης και φροντίδας που συχνά δεν προβάλλονται με την ίδια συχνότητα και ένταση.
• Επίγνωση και επιβεβαίωση των συναισθημάτων. Μερικές φορές είναι πολύ βοηθητικό να κάνουμε μια παύση, εν μέσω καταιγισμού πληροφοριών, και να στρέψουμε τον φακό στον εαυτό μας: «Τι αισθάνομαι τώρα; Τι περνάει από το μυαλό μου; Πώς συνδέονται με αυτό που έμαθα;»
• Επιστροφή στο εδώ και τώρα. Θυμηθείτε, ο εγκέφαλός μας έχει τη συνήθεια να γενικεύει την αίσθηση φόβου, προσπαθώντας να μας προστατεύσει από έναν κίνδυνο που ίσως να μην εμφανιστεί ποτέ. Μπορούμε να καθησυχάσουμε τον «συναισθηματικό» εγκέφαλο, προτάσσοντας τον «λογικό»: «Είμαι ασφαλής. Το ότι φοβάμαι είναι μια φυσιολογική αντίδραση γιατί έμαθα κάτι πολύ ανησυχητικό, αλλά δεν σημαίνει ότι κινδυνεύω.»
• Σύνδεση με άλλους ανθρώπους: Ο φόβος τρέφεται από την απομόνωση. Μπορεί η αντανακλαστική μας αντίδραση να είναι το να κλεινόμαστε στους εαυτούς μας σε περιόδους έντονου άγχους, ωστόσο ο διαμοιρασμός των ανησυχιών μας με μια φίλη ή έναν φίλο μπορεί να λειτουργήσει εκτονωτικά και καταπραϋντικά.
Είναι πολύ δύσκολο να διατηρήσουμε τα αισθήματα ασφάλειας και εμπιστοσύνης σε ένα περιβάλλον το οποίο συνεχώς μας δίνει αφορμές να τα αμφισβητούμε. Ας θυμηθούμε όμως ότι παρά την απάνθρωπη εικόνα που προωθείται για τον κόσμο μας, η αλήθεια είναι ότι παραμένει ακόμα σε μεγάλο βαθμό ανθρώπινος και η απόδειξη για αυτό βρίσκεται μέσα μας. Νιώθουμε πόνο για τον συνάνθρωπό μας, θυμό και θλίψη για την αδικία, την εκμετάλλευση και τη βία. Μπορεί το βίωμα αυτών των συναισθημάτων να είναι δυσάρεστο, αλλά με αυτόν τον τρόπο αποκαλύπτεται η ανθρώπινη πλευρά μας, ότι δεν έχουμε «αναισθητοποιηθεί» και αρνούμαστε να το κάνουμε. Τα τραυματικά γεγονότα δεν θα πάψουν να υφίστανται και αυτό είναι κάτι που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Μπορούμε όμως να ελέγξουμε τον τρόπο με τον οποίο τα ενσωματώνουμε στην εμπειρία μας. Σε έναν κόσμο που βρίθει ανασφάλειας και που η πληροφορία ρέει αδιάκοπα, η ανάκτηση της αίσθησης ελέγχου και η ικανότητα να νιώθουμε είναι τα δικά μας όπλα.
Βίκυ Βλοντάκη – Ψυχολόγος
Παιδοψυχολογικό Κέντρο Internus