Back

Πως μιλάμε στο παιδί μας για την απώλεια

Το πένθος και η απώλεια, είναι εμπειρίες που δεν γνωρίζουν ηλικίες. Όσο ακατανόητη και τρομακτική μοιάζει για έναν ενήλικα, άλλο τόσο μοιάζει και για ένα παιδί, όχι επειδή «δεν καταλαβαίνει», αλλά επειδή δεν έχει ακόμη τα εργαλεία να εκφράσει ή να κατανοήσει πλήρως αυτό που βιώνει. Σε στιγμές απώλειας, πολλοί γονείς έρχονται αντιμέτωποι με την αγωνία: «Πως να μιλήσω στο παιδί μου για κάτι τόσο δύσκολο;», «Πως να το προστατεύσω από τον πόνο;». Είναι απόλυτα φυσικό, να νιώθει κανείς αμήχανα ή να φοβάται μήπως «πει κάτι λάθος», ειδικά όταν μιλάμε και για τόσο ανεπεξέργαστα ενήλικα συναισθήματα. Στην πραγματικότητα όμως, αυτό που χρειάζεται περισσότερο ένα παιδί δεν είναι οι τέλειες λέξεις, αλλά η παρουσία ενός ενήλικα που παραμένει ήρεμος, ειλικρινής και διαθέσιμος. Τα παιδιά πενθούν και πενθούν βαθιά, ακόμη και αν δεν το δείχνουν με τον τρόπο που θα περίμενε ένας ενήλικας. Σκοπός δεν είναι να του αποκρύψουμε την αλήθεια, ή να δημιουργήσουμε μία ευφάνταστη ιστορία γύρω από αυτήν, αλλά να τους την μεταφέρουμε με απλότητα και φροντίδα. Χρειάζονται έναν χώρο να νιώσουν, να ρωτήσουν να απορήσουν και πάνω απ’ όλα, χρειάζονται να νιώσουν την ασφάλεια ότι, όσο και αν αλλάζουν τα πράγματα γύρω τους, υπάρχει κάποιος που παραμένει δίπλα τους σταθερός.


Η ικανότητα και ο τρόπος κατανόησης της απώλειας εξαρτάται από την ηλικία του, επομένως και οι γονείς είναι σημαντικό να εξηγήσουν την έννοια του θανάτου με τρόπο απλό και προσαρμοσμένο στις αναπτυξιακές ανάγκες του παιδιού. Στην πρώτη παιδική ηλικία, το παιδί δεν μπορεί να αντιληφθεί την έννοια του θανάτου, αυτό που μπορεί να αντιληφθεί με μεγάλη βεβαιότητα είναι η απουσία, η θλίψη γύρω του και οι αλλαγές στην καθημερινότητα του. Συχνά αντιλαμβάνεται την απώλεια ως κάτι προσωρινό και αναστρέψιμο γ’ αυτό και πολλές φορές οι γονείς καλούνται να απαντήσουν σε ερωτήσεις όπως «πότε θα γυρίσει;», ή να διαχειριστούν ιδεατές περιγραφές όπου το άτομο που έχει πεθάνει επιστρέφει. Μεγαλώνοντας, το παιδί αρχίζει να αντιλαμβάνεται την μονιμότητα του θανάτου, ωστόσο σε εκείνη την ηλικιακή περίοδο το παιδί μπορεί να βιώσει έντονα συναισθήματα ενοχής, φόβου ή θυμού γύρω από το γεγονός. Κατά την εφηβική ηλικία, η κατανόηση της έννοιας του θανάτου είναι πια πιο ώριμη, η επεξεργασία αυτής της εμπειρίας όμως μπορεί να γίνει με εσωστρέφεια και σιωπή, γεγονός που δεν υποδηλώνει την απουσία πόνου, αλλά τρόπο άμυνας απέναντι στα αρνητικά συναισθήματα που αναδύονται. Σε κάθε ηλικία, εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι το τί θα πούμε αλλά το πώς θα σταθούμε δίπλα στο παιδί.


Η αλήθεια, διατυπωμένη με απλότητα και τρυφερότητα είναι ο πιο ασφαλής δρόμος σε αντίθεση με κάθε «καλά διατυπωμένο ψέμα». Οι καθαρές και σταθερές απαντήσεις, προσαρμοσμένες στην ηλικία τους, είναι αυτό που χρειάζονται τα παιδιά όταν το πλαίσιο γύρω τους βάλλεται. Οι συνήθεις εκφράσεις όπως «έφυγε», «πήγε στον ουρανό», «κοιμήθηκε» δεν φαίνεται να είναι βοηθητικές, καθώς αυτές συχνά δημιουργούν μεγαλύτερη σύγχυση, φόβο και παρερμηνείες σχετικά με την πραγματικότητα. Συχνά, στην προσπάθεια τους να δώσουν νόημα στην εμπειρία, τα παιδιά αναπτύσσουν φαντασιώσεις επανόρθωσης νιώθοντας ότι φέρουν την ευθύνη για την « φυγή» του σημαντικού τους προσώπου. Η ενοχή αυτή, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα και τον φόβο, εντείνει το άγχος τους και περιπλέκει την επεξεργασία των συναισθημάτων τους. Επομένως, πιο βοηθητικό θα ήταν, να μιλήσουμε με απλές και κατανοητές λέξεις για το τι συνέβη, αποφεύγοντας λεπτομέρειες που μπορεί να προκαλέσουν φόβο στα παιδιά. Και θυμηθείτε: σημασία δεν έχει να το πούμε «σωστά», αλλά να παραμείνουμε παρόντες ήρεμοι και διαθέσιμοι σε οτιδήποτε μας φέρει το παιδί. Να είμαστε σε θέση να απαντήσουμε στο παιδί όσες φορές και να ρωτήσει με ηρεμία, να είμαστε εκεί όταν σιωπήσει και να δούμε το πραγματικό τους συναίσθημα χωρίς να προσπαθήσουμε να το κρύψουμε πίσω από εκφράσεις όπως « μη στεναχωριέσαι συμβαίνουν αυτά», « πρέπει να είσαι δυνατός/ή».


Η συναισθηματική υποστήριξη των παιδιών σε δύσκολες περιστάσεις δεν απαιτεί περίπλοκες τεχνικές απαιτεί ενεργή και σταθερή παρουσία. Είναι πολύ σημαντικό, όταν επιθυμούμε να στηρίξουμε ένα παιδί σε πένθος, να είμαστε εμείς συναισθηματικά σταθεροί και παρόντες και όχι απλώς να προσπαθούμε να σκεφτούμε την ιδανικότερη απάντηση σε κάθε τους ερώτημα. Και αυτό γιατί όταν οι ενήλικες προσπαθούν απλά να δώσουν την σωστή απάντηση, τα παιδιά βλέπουν μπροστά τους ένα ενήλικα που σκέφτεται, αγχώνεται, σιωπά, δυσκολεύεται, άρα καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η απώλεια είναι κάτι που δεν μπορεί να το διαχειριστεί κανείς, γεγονός που ενισχύει περαιτέρω το άγχος τους. Το παιδί χρειάζεται να νιώσει ότι μπορεί να στεναχωρηθεί, να κλάψει, να νιώσει μπερδεμένο και να έχει ερωτήσεις χωρίς κάτι από αυτά να επιβαρύνει τους ενήλικες. Είναι σημαντικό να δίνεται χώρος σε αυτά τα συναισθήματα, όχι μόνο του παιδιού, αλλά και των ενηλίκων. Αυτό δεν σημαίνει πως οι ενήλικες απαγορεύεται να θρηνήσουν. Η έκφραση συναισθημάτων με αυθεντικό και ήρεμο τόνο μπορεί να έχει περισσότερα οφέλη, τόσο για το παιδί σας όσο και για τους «μεγάλους». Μέσα σε αυτή τη δύσκολη συνθήκη, η έκφραση της δικής σας θλίψης, όταν γίνεται με αυθεντικότητα και ηρεμία, του δείχνει πως δεν είναι μόνο του σε αυτό που νιώθει. Το παιδί χρειάζεται να δει ότι ο ενήλικας που εμπιστεύεται αντέχει να δεχθεί τον πόνο του και να παραμείνει μαζί του σε αυτό, χωρίς να προσπαθήσει να τον «διορθώσει» ή να τον απομακρύνει, αυτό μπορεί να σημαίνει από μια απλή αγκαλιά, μια κουβέντα πριν τον ύπνο, μια τελετουργία για να φέρουν κοντά τον άνθρωπο που χάθηκε ακόμη και μια σιωπηλή παρουσία την στιγμή που το ίδιο βιώνει το δικό του αρνητικό συναίσθημα. Μέσα από αυτές τις στιγμές, το παιδί λαμβάνει το μήνυμα ότι δεν είναι μόνο του και η απώλεια δεν σημαίνει εγκατάλειψη αλλά ακόμη και σε στιγμές θλίψης υπάρχει σύνδεση και ασφάλεια.


Το παιδί δεν χρειάζεται να «ξεπεράσει» ή να μην βιώσει την απώλεια, χρειάζεται να την χωρέσει μέσα στην ζωή του με έναν τρόπο, που δεν θα σβήνει την μνήμη του και δεν θα διαταράσσει την ασφάλεια του. Είναι μια διαδρομή που μπορούμε να τη διανύσουμε μαζί του, με ενσυναίσθηση, υπομονή και σταθερότητα. Στο βλέμμα μας, στη φωνή μας, στην παρουσία μας, το παιδί αναζητά το στήριγμα που θα του επιτρέψει να εμπιστευτεί τα συναισθήματά του, να καταλάβει ότι είναι εντάξει να λυπάται, να ρωτά, να θυμάται. Δεν χρειάζεται να έχουμε όλες τις απαντήσεις. Χρειάζεται μόνο να είμαστε εκεί, ειλικρινείς και διαθέσιμοι, ακριβώς όπως είμαστε: ατελείς αλλά παρόντες. Δεν υπάρχουν τέλειοι τρόποι, υπάρχουν βαθιές σχέσεις που αντέχουν να συνοδεύσουν το παιδί σε μία ευαίσθητη και ευάλωτη στιγμή της ζωής του. Άλλωστε, το πιο σημαντικό που αξίζει να κρατήσει το παιδί είναι ότι δεν είναι μόνο του και ότι η αγάπη δεν χάνεται όταν κάποιος φεύγει.

Μεσσαριτάκη Κατερίνα- Παιδοψυχολόγος

Παιδοψυχολογικό κέντρο Internus

This website stores cookies on your computer. Cookie Policy