Ένας από τους μεγαλύτερους προβληματισμούς των σημερινών γονέων είναι η οριοθέτηση και συγκεκριμένα το πώς θα επιτευχθεί η ισορροπία ανάμεσα στη στοργικότητα και την αγάπη από τη μια, και στη θέσπιση ορίων χωρίς ενοχές, φόβο ή την αίσθηση ότι στερούν κάτι από το παιδί, από την άλλη. Η υγιής οριοθέτηση είναι ένας από τους βασικούς πυλώνες της ανατροφής των παιδιών. Συχνά, συνδέεται λανθασμένα με τη λέξη «όχι», αλλά στην πραγματικότητα αφορά κάτι πολύ βαθύτερο: τη δημιουργία ενός σταθερού και ασφαλούς πλαισίου μέσα στο οποίο το παιδί θα αναπτυχθεί ψυχολογικά, συναισθηματικά και κοινωνικά.
Τι είναι τα όρια;
Αξιοποιώντας την οπτική της αναπτυξιακής ψυχολογίας, τα όρια προσφέρουν δομή, πρόβλεψη και ασφάλεια. Βοηθούν στη διαχείριση του άγχους και στη διαμόρφωση μιας υγιούς και συνεκτικής ταυτότητας. Η Θεωρία του Δεσμού/της Προσκόλλησης (Bowlby, 1978) μας δείχνει ότι τα παιδιά χρειάζονται φροντιστές που είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι και προβλέψιμοι. Αυτή η «εγκράτεια» από πλευράς των ενηλίκων συμβάλλει στην ωρίμανση της αυτορρύθμισης, της ικανότητας διαχείρισης των συναισθημάτων, των σκέψεων και των συμπεριφορών ανάλογα με τις απαιτήσεις του πλαισίου.
Η οριοθέτηση δεν έρχεται σε αντιπαράθεση με τη ζεστασιά, αλλά τη συμπληρώνει. Όταν ένας γονέας θέτει όρια με ενσυναίσθηση και σταθερότητα, τα παιδιά αισθάνονται ότι ο ενήλικας «κρατάει το τιμόνι», με αποτέλεσμα να μειώνονται το άγχος και η σύγχυση και να ενισχύεται η εμπιστοσύνη στη σχέση γονέα-παιδιού.
Είναι πολύ σημαντικό τα παιδιά να γνωρίζουν τι τα περιμένει και γιατί θεσπίζεται ένα όριο (π.χ. «Η ώρα του ύπνου είναι στις 9 κάθε βράδυ γιατί το σώμα μας χρειάζεται ξεκούραση.») Όταν το περιβάλλον είναι απρόβλεπτο ή οι κανόνες αλλάζουν συνεχώς χωρίς εξήγηση, τα παιδιά βιώνουν άγχος, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν εκφράζεται λεκτικά. Η επίδειξη συνέπειας από τους ενήλικες, τηρώντας μια σταθερή γραμμή κατά την οριοθέτηση, είναι υψίστης σημασίας για τη μείωση του άγχους και τη δημιουργία ενός ασφαλούς περιβάλλοντος που προωθεί την ανάπτυξη των παιδιών.
Η θέσπιση ορίων δεν είναι συνώνυμο της αυταρχικότητας
Είναι πολύ σημαντικό να διαχωριστεί η οριοθέτηση από την αυταρχική, τιμωρητική στάση και τον συναισθηματικό/υλικό έλεγχο. Η αυταρχικότητα βασίζεται στον φόβο και στη διαφορά δυναμικού που υπάρχει μεταξύ γονέα και παιδιού. Αντιθέτως, η υγιής οριοθέτηση πηγάζει από αγάπη, φροντίδα και ενδιαφέρον.
Μέρος της υγιούς οριοθέτησης είναι η συνεργατική δημιουργία των κανόνων, με τη μορφή της από κοινού εξέτασης των διαθέσιμων επιλογών και του εποικοδομητικού διαλόγου. Όταν τα παιδιά συμμετέχουν στη διαμόρφωση των κανόνων που τα αφορούν, δεν τους βιώνουν ως εξωτερική επιβολή, αλλά ως ένα πλαίσιο στο οποίο έχουν φωνή και ρόλο.
Εν αντιθέσει με έναν αρκετά διαδεδομένο φόβο των γονέων, τα όρια δεν καταρρακώνουν την αυτοεκτίμηση των παιδιών. Αντιθέτως, όταν τίθενται με σεβασμό και συνεργατικά, την τονώνουν. Με αυτόν τον τρόπο τα παιδιά δημιουργούν μια πιο ρεαλιστική εικόνα για τους εαυτούς τους, και αποφεύγεται η σύνδεση της αυτοαξίας με την κυριαρχία ή τον έλεγχο.
Οριοθέτηση ανά αναπτυξιακό στάδιο
Η οριοθέτηση δεν είναι μια στατική διαδικασία. Τα όρια που τίθενται αλλάζουν βάσει του αναπτυξιακού σταδίου των παιδιών, όπως αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούνται. Τα όρια πρέπει πάντα να προσαρμόζονται στις νοητικές δυνατότητες, και στη συναισθηματική ωριμότητα των παιδιών, προκειμένου να βιώνονται ως υποστηρικτικά και προστατευτικά και όχι περιοριστικά.
Βρεφική ηλικία (0–2 ετών)
Σε αυτή τη φάση, τα όρια δεν μπαίνουν με τη μορφή λέξεων ή εξηγήσεων, αλλά μέσω της σταθερότητας, της ρουτίνας και της φυσικής προστασίας. Το βρέφος δεν έχει την ικανότητα να ελέγχει τη συμπεριφορά του ή να κατανοεί κανόνες. Σε αυτό το αναπτυξιακό στάδιο η οριοθέτηση περιλαμβάνει:
• σταθερά ωράρια ύπνου και φαγητού
• επαναλαμβανόμενες καθημερινές ρουτίνες
• άμεση ανταπόκριση στο κλάμα
Προσχολική ηλικία (2–5 ετών)
Το παιδί αρχίζει να αναπτύσσει την ανάγκη για αυτονομία και να δοκιμάζει τα όρια. Τα ξεσπάσματα (tantrums) είναι συχνά, γιατί η ικανότητα αυτορρύθμισης δεν έχει κατακτηθεί ακόμα. Στόχος είναι τα παιδιά να μάθουν ότι τα συναισθήματά τους είναι αποδεκτά, όχι όμως όλες οι συμπεριφορές. Σε αυτό το αναπτυξιακό στάδιο η οριοθέτηση περιλαμβάνει:
• λίγα και ξεκάθαρα όρια
• σταθερή επανάληψη
• αναγνώριση συναισθήματος χωρίς αποδοχή επιβλαβούς συμπεριφοράς
Παραδείγματα:
• «Καταλαβαίνω ότι είσαι θυμωμένη/ος, αλλά δεν μπορώ να σου επιτρέψω να με χτυπάς.»
• «Μπορείς να διαλέξεις ποιο παιχνίδι θα πάρουμε, όχι όμως και τα δύο.»
Σχολική ηλικία (6–11 ετών)
Σε αυτή τη φάση, το παιδί μπορεί να κατανοήσει τους κανόνες, τις συνέπειές τους και λογικές εξηγήσεις. Στόχος εδώ είναι να εσωτερικευθούν, να γίνουν δηλαδή μέρος της προσωπικότητάς τους, αυτοί οι κανόνες. Πρόκειται επίσης για το στάδιο κατά το οποίο αναπτύσσονται τα αισθήματα δικαίου, ευθύνης και η πρώιμη αίσθηση ηθικής. Σε αυτό το αναπτυξιακό στάδιο η οριοθέτηση περιλαμβάνει:
• διάλογο και εξήγηση
• συνεργατική δημιουργία κανόνων
• σαφείς και προβλέψιμες συνέπειες
Παραδείγματα:
• «Τα μαθήματα πρέπει να γίνονται πριν το παιχνίδι. Πώς θες να το οργανώσουμε;»
• «Αν ξεχάσεις να φτιάξεις την τσάντα σου, θα πας στο σχολείο χωρίς τις εργασίες και τα βιβλία σου.»
• «Συμφωνήσαμε σε μία ώρα στο tablet. Αν κάτσεις παραπάνω, αύριο θα μειωθεί.»
Εφηβεία (12+ ετών)
Η εφηβεία φέρνει έντονη την ανάγκη για ανεξαρτησία, αλλά οι έφηβοι εξακολουθούν να χρειάζονται καθοδήγηση. Η πλήρης απουσία ορίων δημιουργεί ανασφάλεια, και συνορεύει με την αδιαφορία, ακόμη κι αν εξωτερικά κάτι τέτοιο φαίνεται ως ελευθερία. Πολλοί έφηβοι που δεν έχουν σαφή όρια εμφανίζουν έντονο άγχος ή αντιδραστικότητα/παρορμητικότητα. Δεν «ζητούν εξουσία», ζητούν πλαίσιο. Στόχος εδώ είναι η ανάπτυξη υπεύθυνης αυτονομίας και κριτικής σκέψης, οπότε σε αυτό το αναπτυξιακό στάδιο η οριοθέτηση περιλαμβάνει:
• σαφή όρια σε θέματα ασφάλειας
• σεβασμό στην ιδιωτικότητα
• ανοιχτό και ειλικρινή διάλογο
Παραδείγματα:
• «Θέλω να ξέρω πού βρίσκεσαι για λόγους ασφάλειας.»
• «Μπορούμε να συζητήσουμε την ώρα επιστροφής.»
• «Σε εμπιστεύομαι, αλλά υπάρχουν ορισμένοι κανόνες για την υγεία και την ασφάλεια που δεν διαπραγματεύονται.»
Τα όρια λειτουργούν σαν έναν αόρατο χάρτη. Δεν περιορίζουν την ανάπτυξη, αλλά την καθοδηγούν. Βοηθούν το παιδί να καταλάβει τον εαυτό του, τους άλλους και τον κόσμο γύρω του. Αυτό ίσως να είναι και το πιο ουσιαστικό δώρο της οριοθέτησης: η δημιουργία ενός ασφαλούς πλαισίου μέσα στο οποίο το παιδί μπορεί να μεγαλώσει, να σχετιστεί και σταδιακά να αντιμετωπίσει τη ζωή με αυτοπεποίθηση.
Βίκυ Βλοντάκη – Ψυχολόγος παιδιών και εφήβων
Παιδοψυχολογικό κέντρο Internus