Μια από τις πιο επίκαιρες και φλέγουσες συζητήσεις στον χώρο της ψυχολογίας, ειδικά μετά το πέρασμα της εποχής του COVID-19, είναι η αύξηση των διαγνώσεων ψυχικών διαταραχών σε ενήλικες και παιδιά. Αυξημένα ποσοστά άγχους, καταθλιπτικής συμπτωματολογίας, κατάχρησης ουσιών, προβλημάτων συμπεριφοράς και άλλων διαταραχών συνθέτουν σε μεγάλο βαθμό την εικόνα της σημερινής ελληνικής, και όχι μόνο, κοινωνίας, δημιουργώντας εύλογους προβληματισμούς για το μέλλον.
Τι είναι όμως αυτό που έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια;
Αναγνωρίζουμε ότι η αύξηση στα ποσοστά των ψυχικών διαταραχών, πέρα από πραγματικό φαινόμενο, παρακινείται έως έναν βαθμό από την μεγαλύτερη ανοχή απέναντι σε θέματα ψυχικής υγείας. Πλέον είναι πολύ πιο εύκολο και κοινωνικά αποδεκτό να αναζητήσει κάποιος βοήθεια για ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζει, συγκριτικά με 20 χρόνια πριν. Επομένως, πληθαίνουν και οι επίσημες καταγραφές αντίστοιχων προβλημάτων. Ωστόσο, η αναφερόμενη αύξηση είναι και πραγματική.
Όλοι γνωρίζουμε την παροιμία «Κάθε πέρσι και καλύτερα» και συχνά την αναφέρουμε σε καθημερινές συζητήσεις, χωρίς να σκεφτόμαστε απαραίτητα τις ευρύτερες κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές προεκτάσεις της. Οι βάσεις είχαν ήδη τεθεί πολύ πριν την έναρξη της πανδημίας του COVID-19, αλλά στην μετά-COVID εποχή, παρατηρούνται σε μεγάλο βαθμό οικονομική ανασφάλεια, κοινωνική απομόνωση, πολιτική αστάθεια και πολλά άλλα δυσάρεστα συλλογικά φαινόμενα που δύσκολα θα χωρούσαν σε ένα μόνο κείμενο.
Βιώνοντας την αβεβαιότητα σε τόσους πολλούς τομείς ταυτόχρονα και για εκτεταμένα χρονικά διαστήματα, χρειάζεται στα αλήθεια να απορήσουμε για την αύξηση των ψυχικών προβλημάτων; Θα τολμούσαμε να πούμε ότι τα αγχώδη και καταθλιπτικά συμπτώματα αποτελούν τις πλέον «αναμενόμενες» αντιδράσεις απέναντι στην πληθώρα αρνητικών και δυσάρεστων ερεθισμάτων, με τα οποία ερχόμαστε καθημερινά σε επαφή. Ανοίγοντας την τηλεόραση, το κινητό, το λάπτοπ βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν καταιγισμό κακών ειδήσεων: ανθρωπιστικές καταστροφές, αστάθεια στο χρηματιστήριο, γεωπολιτικές εντάσεις, κλιματική αλλαγή κ.α.
Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι η διάγνωση μιας ψυχικής διαταραχής γίνεται πλέον η νόρμα. Είναι όμως μια ένδειξη ότι τώρα πια βρισκόμαστε σε ένα στάδιο που αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουμε τη ψυχική υγεία και τη ψυχοθεραπεία, τόσο των ενηλίκων όσο και των παιδιών.
Αναδεικνύεται προφανέστατα η ανάγκη να κινηθούμε προς έναν πιο ολιστικό/συστημικό τρόπο αντιμετώπισης των θεμάτων ψυχικής υγείας. Εδώ, οι ρόλοι της ψυχοθεραπείας και της/του ψυχοθεραπεύτριας/τή επαναπροσδιορίζονται και προσαρμόζονται στη σύγχρονη πραγματικότητα, ώστε να συμπεριλαμβάνονται πάντοτε τα συστήματα στα οποία ανήκει το άτομο.
Η Θεωρία των Οικολογικών Συστημάτων του Brofenbrenner και το Βιοψυχοκοινωνικό Μοντέλο του Engel παρέχουν μια ιδιαίτερα καλή θεωρητική βάση για την κατανόηση της σύγχρονης πραγματικότητας των ψυχολογικών προβλημάτων και της παραδοχής ότι πολύ συχνά οι άνθρωποι δεν πάσχουν μόνοι τους, αλλά στα πλαίσια ενός «αφιλόξενου» περιβάλλοντος. Κοινός παρονομαστής των δύο θεωριών είναι η ανάγκη να συμπεριλαμβάνονται στη θεραπευτική διαδικασία οι κοινωνικές συνθήκες και τα συστήματα, μέσα στα οποία το άτομο ενυπάρχει, ξεκινώντας από την οικογένεια και φτάνοντας μέχρι τα ανώτερα επίπεδα πολιτικής ηγεσίας και τις αλλαγές που παρατηρούνται στον κοινωνικό ιστό σε βάθος χρόνου.
Αυτή η ανάγκη για μια πιο ολιστική και οικοσυστημική προσέγγιση της ψυχικής υγείας και ασθένειας γίνεται περισσότερο εμφανής αν στρέψουμε το βλέμμα μας προς τα παιδιά. Η αύξηση των προβλημάτων ψυχικής υγείας όχι μόνο δεν τα αφήνει «αλώβητα», αλλά τα επηρεάζει και μάλιστα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι καταλαβαίνουμε μερικές φορές. Όπως και στους ενήλικες, έτσι και στον παιδικό πληθυσμό, παρατηρούνται συμπτώματα άγχους, που πολύ συχνά εκδηλώνονται ως κρίσεις πανικού, δυσκολίες στη συναισθηματική ρύθμιση, παραβατική συμπεριφορά, προβλήματα στη συγκέντρωση και την προσοχή κ.α.
Ανέκαθεν, η ψυχοθεραπεία παιδιών και εφήβων στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην εμπλοκή όλης της οικογένειας στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία. Αυτή η προσέγγιση αποτελεί τον πυλώνα της Συστημικής Ψυχοθεραπείας και στηρίζεται στην ευρέως αποδεκτή παραδοχή ότι η εκδήλωση ενός συμπτώματος από το παιδί δεν θεωρείται μεμονωμένο πρόβλημα, αλλά έκφραση μιας δυσλειτουργίας ολόκληρης της οικογένειας. Η γονεϊκή κόπωση, η καθημερινή πίεση, η έλλειψη χρόνου, οι αυξημένες απαιτήσεις και η αβεβαιότητα της εποχής επηρεάζουν άμεσα τη συναισθηματική τους ισορροπία. Συχνά, το παιδί γίνεται ο αποδέκτης ή ο καθρέφτης αυτής της συνολικής δυσφορίας, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που οι ενήλικες γίνονται αποδέκτες, αλλά και «σημεία έκφρασης», της δυσλειτουργίας των συστημάτων στα οποία ανήκουν.
Πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε το παράδειγμα της παιδικής ψυχοθεραπείας;
• Αναγνωρίζουμε ότι σε πολλές περιπτώσεις τα συμπτώματα δεν είναι ατομική δυσκολία, αλλά μια προσαρμοστική αντίδραση σε ένα ψυχοπιεστικό περιβάλλον.
• Περνάμε από τη λογική του να «φτιάξουμε» το άτομο στο να το εξοπλίσουμε με τεχνικές αντιμετώπισης της αβεβαιότητας : απενοχοποίηση των ψυχικών δυσκολιών, ενίσχυση της ψυχικής ανθεκτικότητας, αποτελεσματική διαχείριση των ψυχοπιεστικών παραγόντων τους οποίους μπορεί να ελέγξει.
• Αλλαγή της θεραπευτικής σχέσης : αυθεντικότητα και ορισμένες φορές και αυτοαποκάλυψη για εδραίωση της πεποίθησης ότι δεν είναι «αφύσικο» να δυσφορεί κανείς.
• Αποφυγή της παθολογικοποίησης όλων των προβλημάτων ανεξαιρέτως.
• Ρεαλιστικός καθορισμός προσδοκιών και στόχων.
Σε έναν κόσμο όπου οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες γίνονται ολοένα και πιο ασταθείς, η ψυχική δυσφορία δεν δύναται να αντιμετωπίζεται αποκομμένη από το περιβάλλον που την προκαλεί και την ενισχύει. Η ψυχοθεραπεία αλλάζει πλέον, και στρέφεται προς ένα περισσότερο υποστηρικτικό-συμβουλευτικό μοντέλο, με κύριους άξονες λειτουργίας την κατανόηση, την αποφόρτιση και την ενδυνάμωση. Μέσα από την αυθεντικότητα, την ενσυναίσθηση και την ενίσχυση της ψυχικής ανθεκτικότητας, μπορεί να γίνει εργαλείο που επιτρέπει στο άτομο να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις της καθημερινότητας με μεγαλύτερη σταθερότητα και αυτοπεποίθηση. Η ψυχική υγεία δεν είναι μόνο προσωπική υπόθεση, αλλά αποτέλεσμα της σχέσης του ατόμου με τον κόσμο γύρω του, και η ψυχοθεραπεία γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσα στην ατομική και τη συλλογική κατανόηση της ψυχικής δυσφορίας.
Βιβλιογραφία
1. Piao X, Xie J, Shunsuke Managi. Continuous worsening of population emotional stress globally: universality and variations. BMC Public Health. 2024 Dec 23;24(1). Διαθέσιμο από: https://bmcpublichealth.biomedcentral.com/articles/10.1186/s12889-024-20961-4
2. Blendermann M, Ebalu T, Obisie-Orlu IC, Fried EI, Hallion LS. A narrative systematic review of changes in mental health symptoms from before to during the COVID-19 pandemic. Psychological Medicine. 2023 Aug 24;1–24.
3. Engel GL. The Need for a New Medical Model: a Challenge for Biomedicine. Holistic Medicine. 1977 Jan;4(1):129–36.
4. Bronfenbrenner U. Ecological systems theory. Oxford University Press; 1989.
5. Schweitzer, J., & von Schlippe, A. (2008). Εγχειρίδιο της συστημικής θεραπείας και συμβουλευτικής (Ε. Μοτάκη, Μετάφρ.). Θεσσαλονίκη: University Studio Press. ISBN 978-960-12-1669-0.
6. Barican JL, Yung D, Schwartz C, Zheng Y, Georgiades K, Waddell C. Prevalence of childhood mental disorders in high-income countries: a systematic review and meta-analysis to inform policymaking. Evidence Based Mental Health. 2021 Jul 19;25(1):ebmental-2021-300277.
Βλοντάκη Βίκυ – Ψυχολόγος παιδιών & εφήβων
Παιδοψυχολογικό κέντρο Internus